Ο Αρίων και τα δελφίνια
Το έργο <<ο Αρίων και τα δελφίνια>> αποτελεί καρπό συλλογικής προσπάθειας. Μια συνεργατική δημιουργία της ομάδας «Όταν η γλώσσα τραγουδά». Με οδηγό την αγάπη για την παράδοση και τον προφορικό μας λόγο, η ομάδα ενώθηκε για να δώσει νέα πνοή σε έναν πανάρχαιο μύθο.
Ο μύθος του Αρίωνα, του ξακουστού κιθαρωδού από τη Λέσβο, δεν είναι απλώς μια ιστορία για τη δύναμη της μουσικής, αλλά ένα θαλασσινό ταξίδι που ενώνει την αρχαία πίστη με τη χριστιανική ευλάβεια και τους θρύλους του Αιγαίου. Μέσα από πέντε διαφορετικές ντοπιολαλιές, η περιπέτεια αυτή αποκτά νέο χρώμα και ζωντάνια, με κορυφαία τη γεμάτη συναίσθημα συμιακή λαλιά.
Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όταν οι πειρατές απειλούν τη ζωή του, ο Αρίωνας στρέφει τις προσευχές του στον μεγάλο προστάτη της Σύμης, τον Ταξιάρχη Μιχαήλ τον Πανορμίτη. Είναι εκείνος που ακούει τον θρήνο του και κάνει το θαύμα, στέλνοντας τα δελφίνια να τον σώσουν από την απληστία των ανθρώπων. Στο ίδιο αυτό πέλαγος, η μοίρα των ναυτικών σμίγει με τις τρεις εμβληματικές μορφές των ελληνικών θρύλων: Τη μυθική Μέδουσα,την αδελφή του Μεγαλέξανδρου, (τη Γοργόνα που αναζητά τον αδερφό της στους αιώνες) και τελικά, τη Γοργόνα την Παναγιά, που με τη χάρη της ημερεύει τα κύματα και προστατεύει τους θαλασσινούς.

Παραθέτουμε για την ώρα μόνο ένα μικρό απόσπασμα λόγω της συμμετοχής μας σε μαθητικό λογοτεχνικό διαγωνισμό.
Ο ΜΥΘΟΣ ΣΕ ΔΙΑΣΚΕΥΗ: Η δύναμη της πίστης και της μουσικής (διήγημα ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΓΛΩΣΣΙΚΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ)
Για τη συγγραφή του έργου συνεργάστηκαν οι μαθητές/τρια: ΕΥΘΥΜΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ,ΦΟΙΒΟΣ ΚΑΤΣΑΝΟΣ,ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΤΟΥΛΗΣ, ΦΟΙΒΟΣ ΓΡΑΒΟΣ, ΑΙΜΙΛΙΑ ΠΛΙΟΥΓΟΥΡΙΔΟΥ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΤΣΑΚΗΣ.
ΥΠΕΥΘΥΝΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΕΣ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ, ΑΝΝΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΥ.
- ΑΡΙΩΝ: Ο λυράρης
- ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ: Παππούς Ευθύμης ΣΥΜΙΑΚΟΣ
- ΕΓΓΟΝΗ 1:Ρήνη
- ΕΓΓΟΝΗ 2: Μιλιά
- ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ: Ζάκος
- ΓΟΡΓΟΝΑ Η: γνωστή
- ΘΟΔΩΡΗΣ —Ο υποκινητής ΣΥΜΙΑΚΟΣ
- ΠΑΝΤΕΛΟΣ –Ο υπάκουος ΣΥΜΙΑΚΟΣ
- ΖΩΡΖΗΣ—Ο<< Εγώ έβοσκα τις αίζες μου>>(αγαθός) ΚΡΗΤΙΚΟΣ
- ΤΣΑΜΠΙΚΟΣ–Ό<< Ό,τι πιάκουμεν καλόν >>ΑΡΧΑΓΓΕΛΙΤΗΣ
- ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ : ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΝΤΡΙΑΣ Ο<< Τη δουλειά μου >> ΣΥΜΙΑΚΟΣ
- ΛΙΑΚΟΣ Ο ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΣ: <<Ημένα δε μ΄’ αρέσνε αυτά>> ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ
- Ο ΜΑΓΕΙΡΑΣ: ΧΑΛΑΜΠΟΥΛΗΣ<< Αυτός που ήξερε>> ΚΡΙΘΙΩΤΗΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Ο ΤΣΑΜΠΙΚΟΣ:
–Παντελή μου , πε του για τα δελφίνια που μας κουλουθού που την ώρα που ρκίνιξε α παίζει για να έρτει κοντά στη μπρύμνη.
–Έτσι α κάμω, Τσαμπίκο. Μόλις μας δείτε, ελάτε κοντά α βοηθήσετε.
— Α στρέψουμε γούλοι ματζί το πανί απότομα, α του δώκει μια σπρωξά. Μόλις σφυρίξω ,σκύψε γλήορα, α μην ηππέσεις ματζί ντου !
— Πααίνω! Έχητε το ννου σσας!
— Μαϊνάρετε λίο το πανί α στρέψει εύκολα. Ο Αρίω παίζει με τη λύρα του και τραγουδά.
–Έ Αρίω! καλά τα λέου ότι μαγεύγεις με τη λύρα σου!
— Α ‘σαι καλά! Φχαριστώ !
–Έλα, έλα εδώ κοντά α δείς! Από τότες που ρκίνηξες α παίτζεις, είναι κάνα δυο δερφίνια ,που ένηξεκολλού .
–Σώπα δα! Πού ντα;
–Νά ντα, νάντα απ’ έδώ!
–Χαχαχα θώρρε καρφίδια που κάμνου! Θώρρε χαρές!
Ο Θοδωρής σφυράει και ο Παντέλος σπρώνει το λυράρη στη θάλασσα.
–Aαααααα! Τι μπου ναιν όουτο; Τί ‘ναι που κάμνετε γούλοι ματζί ; Πατριώτες, βοήθεια!!! Βάστα το πανί, Παντέλο. Βάστα με! Αααα!!! Παερμιώτη μου, σώσε με!
—Ουφ παραλίο α ππέσω κι εγώ .
— Πού ναι τος; Έν έκουσα α πέφτει στο νερό .
— Σκάλωσε ζια τον εφάγανε τα ψάρζια.
–Έ φαίνεται πουθενά!
–Κάμε ένα ζύρο!
–Ο νου σου στο φαί!
–Μωρέ, ζύρω ζύρω θώριε.
–Πας και σκάλωσε ο πογκιώνας του σε καένα γάντζο; Αα να να! Κρέμεται από τους κάβους με το να χέρι!
—Και με τ άλλο σσερι, κρατά τη λύρα ντου.
–Μπαλεύγει να΄βγει πάνω.
— Κόψε τους! Κόψε τους γλήορα!
–Παντελή, φέρε κάτι, κάνα μαχαίρι! Φέρε ό,τι να ναι !
—Έφερα, έφερα !
—Κόβε ταχιά, κόβε ταχιά.(ταshα)
—Κόβγω, κόγβω !
—Έ ντο κόνισες εβλοημένε!
—Κονισμένο ντο χω, με είναι κομμάι(…αγκομαχά) Εκατάφερά το! Πάει!
— Άθρωπος στη θάλασσα! Άθρωπος στη θάλασσα!
—Όφου ελαχτάρησα. Εντάξει πάει .
—Τι ναι τούτο πάλεεε;!!!
—Ο παπαγάγος του καπετάνιου!
—Βοήθεια, βοήθεια!
—Λάλησέ του πιο να φύει!
-Γούλα από δυο φορές τα λέει. Φύε, πρε φύε!
–Καπετάνιο , καπετάνιο!
—Τι ναιν έουτο;
—Ποιο;
–Θεριό! Θεριό! Καπετάνιο! Καπετάνιοοοοο!
—Βοργκόνα!Αχού, η Βοργκόνα!Φωνάζει τρομαγμένος ο Τσαμπίκος.
—Να ντη, να ντηηηηηη!
— Ετζάλισές με πιο, κουρούνα παρδαλή! Γύρνα στη ντεμονιέρα και κλείστο πιο το ρημάδι σου α μη σε κάμω σσούππα!Ακούστηκε από μακριά ο καπετάν Αντριάς!
—Ίντα ψαρούκλα είναι;
–Τι είν αυτό που πετάχτσε; Να διώ! Άμα είνι, να κάμω καμμιά σούπα.
—Έλα, Παναγιά μου! Η βοργκόνα είναι που μας ερώτηξε για το Μεγαλέξαντρο και μετά μας εβούλησεν τη γαΐττα μμας.
—Πάλε όουτη! Πού εβρέθη πάλε όουτη!
–Αυτή βρε, αυτή δεν είνι η Αδιρφή του Μιγαλέξανδρου; Κοοοο πέστη ΝΑΙ να ησυχάσ’ .
–Η βοργόναααα! Η βοργόναααα!
—ΖΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΟΟΟΟΣ;
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

